αἰακτός

αἰακτός, ή, όν, ([etym.] αἰάζω)
A lamentable,

πήματα A.Th.846

lyr.), cf. Ar. Ach.1195 (paratrag.); lamented,

θυγάτηρ Epigr.Gr.205

(Halic.).
II wailing, miserable, A.Pers.932,1068 (both lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιακτός — αἰακτός, ή, όν (Α) [αἰάζω] 1. ο άξιος θρήνου, αξιολύπητος, αξιοθρήνητος 2. αυτός που θρηνεί, ο δυστυχισμένος …   Dictionary of Greek

  • αἰακτός — lamentable masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰακτά — αἰακτός lamentable neut nom/voc/acc pl αἰακτά̱ , αἰακτός lamentable fem nom/voc/acc dual αἰακτά̱ , αἰακτός lamentable fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰακτόν — αἰακτός lamentable masc acc sg αἰακτός lamentable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰακτᾷ — αἰακτός lamentable fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰακτῷ — αἰακτός lamentable masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιάζω — αἰάζω (Α) 1. φωνάζω αιαί, θρηνώ, ολολύζω, μοιρολογώ 2. αναστενάζω, φυσώ δυνατά, ξεφυσάω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ηχοποιημένη λ. από το επιφών. αἴ*. ΠΑΡ. αρχ. αἴαγμα, αἰακτός μσν. αἰαγμός, αἴασμαι …   Dictionary of Greek

  • φιλαίακτος — ον, Α 1. αυτός που αγαπά τους θρήνους, που τού αρέσει να κλαίει, κλαψιάρης 2. συνεκδ. αξιοθρήνητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + αἰακτός «αξιοθρήνητος, ελεεινός»] …   Dictionary of Greek

  • αἰακτάν — αἰακτά̱ν , αἰακτός lamentable fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.